Δωρεάν μεταφορικά για όλες τις παραγγελίες άνω των 50€

Ελληνικό ελαιόλαδο

Ελληνικό ελαιόλαδο

Ελλάδα, ελιές και λάδι

Πρόσφατα παρουσιάσαμε λίγα πράγματα για το ελληνικό κρασί και ύστερα για τη Μεσογειακή διατροφή. Ήρθε η ώρα να μιλήσουμε για το επίσης εξαιρετικά σημαντικό για την υγεία και διατροφή, αλλά και το εμπόριο και τον πολιτισμό της Ελλάδας προιόν, το λάδι.

Η κουβέντα γίνεται πάντα για το χαρακτηριζόμενο ως «εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο», που είναι και αυτό με τις σημαντικές εξαγωγές. Για να πάρει όμως τέτοια ταμπέλα ένα ελαιόλαδο πρέπει να είναι όπως βγαίνει από το ελαιοτριβείο, χωρίς επεξεργασία και με οξύτητα κάτω από 0,8%. Αν η οξύτητα είναι πάνω από 0,8% αλλά δεν υπερβαίνει το 2% τότε χαρακτηρίζεται απλά «παρθένο» και πάνω από 2%  το χαρακτηρίζουμε ως «βιομηχανικό», (αυτό που παλιά θα λέγαμε «λαμπαντέ», «κουπέ» και σε τελευταίο στάδιο το «ραφινέ»).

Αλλο οξύτητα, άλλο oξείδωση

Η οξείδωση, που παλαιότερα λεγόταν τάγκισμα, είναι μια χημική αλλοίωση και συμβαίνει όταν το ελαιόλαδο έρχεται σε παρατεταμένη επαφή με το φως και με το οξυγόνο, οπότε αποκτά μια δυσάρεστη γεύση, κάτι σαν χωματίλα.

Μαθαίνοντας παραπάνω για το θέμα του λαδιού, βλέπεις πως το αγουρέλαιο δεν είναι μία ξεχωριστή κατηγορία λαδιού αλλά κάτι αυτονόητο. Αυτό ισχύει διότι για να φτιάξεις καλής ποιότητας λάδι πρέπει η ελιά να μαζευτεί όταν ακόμη είναι σκληρή, μισοπράσινη ως μισομώβ. Σε όλες τις εκθέσεις και διεθνείς γευσιγνωσίες παρατηρείς πως τέτοια ελαιόλαδα βραβεύονται, κυρίως. Το ελαιόλαδο αυτό έχει πικράδα, δυνατό άρωμα και σε κάνει να βήχεις όταν έχει περάσει από το στόμα στον λαιμό. εξετάζονται τρία χαρακτηριστικά και κωδικοποιούνται σε τρεις λέξεις ακριβώς: ΠΙΚΡΟ – ΦΡΟΥΤΩΔΕΣ – ΠΙΚΑΝΤΙΚΟ με βαθμολογία από το 1 ως το 10 για το καθένα (σε κάποιες γευσιγνωσίες μάλιστα χρησιμοποιούν μπλε ποτήρια για να μην επηρεάζονται από το χρώμα!).

Για την Ελλάδα, οι πιο βασικές ποικιλίες που δίνουν λάδι είναι η κορωνέικη (λίγο-πολύ παντού), η Χαλκιδικής, η Αμφίσσης (κυρίως στην Κεντρική Ελλάδα), η Μαρώνειας (στην Ανατολική Θράκη), η κολοβή και η αδραμυτινή (στη Μυτιλήνη) και το γνωστό παντού στην Πελοπόννησο Μανάκι. Λίγη Αθηνολιά και επίσης στην Αττική αρκετές ελιές μεγαρίτικες.

 

Τι είναι αυτό όμως που πρέπει να γνωρίζουμε σαν καταναλωτές; Ας δούμε κάποιες βασικές παρατηρήσεις.

  • Αλλο οξύτητα άλλο οξείδωση. Η τιμή της οξύτητας έχει να κάνει με την κατάσταση του καρπού και το πώς διακινείται έως ότου φθάσει στο ελαιοτριβείο. Η οξείδωση πάλι με το πόσο έρχεται σε επαφή με το οξυγόνο το προϊόν αφού ο καρπός πολτοποιηθεί και μεταβληθεί σε ελαιόμαζα.
  • Τα ελαιόλαδα που δεν θα μπορέσουν να πάρουν τον τίτλο «εξαιρετικό παρθένο» ή έστω «παρθένο» λόγω κάποιων σοβαρών ελαττωμάτων, τα παραλαμβάνουν κάποιες βιομηχανίες που κατεβάζουν την οξύτητα με χρήση χημικών και την οσμή με τη χρήση φίλτρων. Ανεβάζουν τη θερμοκρασία ως και 220 βαθμούς και βγαίνει ένα ουδέτερο προϊόν. Το αναμειγνύουν με 5%-10% εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο και στη συσκευασία γράφουν πρώτο αυτό, αν και βρίσκεται σε πολύ μικρότερη ποσότητα.
  • Τηγανίζουμε, όσο χρειάζεται, με ελαιόλαδο και όχι με σπορέλαια (που τα χρησιμοποιούν στις ξένες κουζίνες επειδή εκεί δεν έχουν ελαιόλαδο), όπως έχουμε συχνά ακούσει.
  • Ενα ελαιόλαδο καλής ποιότητας αντέχει να χρησιμοποιηθεί στο τηγάνισμα ως και πέντε φορές. Τα σπορέλαια ταγκίζουν στη γεύση με την θέρμανση.
  • Οι παλιές μυλόπετρες, που καθαρίζονται πιο δύσκολα και πιο σπάνια, δεν δίνουν καλύτερο λάδι από ό,τι μπορούμε να πάρουμε στα σύγχρονα ελαιοτριβεία. Το ελαιόλαδο που εξάγεται σε σύγχρονα ελαιοτριβεία τριών ή δύο φάσεων είναι πικρότερο από εκείνο των πέτρινων μύλων και το προτιμούμε ακριβώς γι’ αυτό τον λόγο.
  • Η ελαιοποίηση θα πρέπει να ξεκινάει γύρω στις 20 – 25 Οκτωβρίου και όχι ακόμη και μετά τον Νοέμβριο, επειδή έχει επικρατήσει η άποψη πως όσο πιο πολύ ωριμάσουν οι ελιές τόσο θα είναι αυξημένη η απόδοσή τους σε λάδι. Στην Ιταλία οι περισσότεροι παραγωγοί  αρχίζουν από τα μέσα Οκτωβρίου ή ακόμη και από την 1η Οκτωβρίου.
  • Υπάρχουν ακόμη και στο ράφι του υπερμπακάλικου καλά, φθηνά «εξαιρετικά παρθένα» ελαιόλαδα, ενώ τα ξένα πωλούνται σε τιμές που αυτό τον καιρό δίκαια μας φαίνονται δυσβάστακτες.

 

Τελετή γευσιγνωσίας- Πώς περιγράφουμε ένα λάδι;

Υπάρχουν πολλά στοιχεία που μπορείς να ψάξεις στο λάδι. Εμείς περιοριζόμαστε στα τρία πιο σημαντικά: το φρουτώδες, που εξαρτάται από την ποικιλία των ελιών και γίνεται αισθητό απευθείας από τη μύτη ή την οπισθορινική οδό, το πικρό, που έχει να κάνει με το πόσο άγουρες ήταν οι ελιές και τέλος το πικάντικο, χαρακτηριστικό λαδιών που παράγονται στην αρχή της ελαιοκομικής περιόδου. Η ένταση του πικάντικου μειώνεται κατά τη διάρκεια της ωρίμανσης του ελαιολάδου ενώ κάποιος εξασκημένος στην γευσιγνωσία μπορεί  να καταλάβει αν οι ελιές έμειναν για πολύ χρόνο στα σακιά, αν υπέστησαν ζύμωση, αν έμειναν παραπάνω από όσο έπρεπε στη μάλαξη, αν το λάδι θερμάνθηκε πάνω από τους 28 βαθμούς, αν προήλθε από ξερές ελιές ή αν χρησιμοποιήθηκε αλάτι

Αυτό που χτυπάει πρώτο και από μακριά είναι το χρώμα. Το χρώμα το καθορίζουν κυρίως οι χλωροφύλλες (πράσινο) και τα καροτένια (κίτρινο – κόκκινο). Γενετικοί παράγοντες, τρόπος παραγωγής και βαθμός ωρίμανσης παίζουν τον ρόλο τους και όσο το λάδι μένει, το χρώμα αλλοιώνεται.

 

Προχωράμε στη γεύση και στο άρωμα

Όσον αφορά τη γεύση: Οι πέντε βασικές γεύσεις είναι το γλυκό, το αλμυρό, το ξινό, το πικρό και το ουμάμι. Το παρθένο ελαιόλαδο δεν περιέχει σάκχαρα ή αλάτι και η αίσθηση του ξινού, που οφείλεται στα ελεύθερα λιπαρά οξέα, δεν γίνεται αντιληπτή, επειδή αυτά δεν είναι διαλυτά στη θερμοκρασία του ανθρώπινου σώματος. Το πικρό στο παρθένο ελαιόλαδο οφείλεται σε ενώσεις που υπάρχουν στον ελαιόκαρπο, τους γλυκοζίτες. Περιλαμβάνουν ουσίες όπως η τυροσόλη και η υδροξυτυροσόλη, υπεύθυνες για την πικρή γεύση.

 

[]
10% Έκπτωση


Κάνε εγγραφή στο newsletter μας και κέρδισε κουπόνι έκπτωσης 10% για την πρώτη σου αγορά! Επωφελήσου τώρα!
    ΕΓΓΡΑΦΗ